βορβοροκοίτης

βορβορο-κοίτης, ου, , Mudcoucher, name of a frog, Batr.230.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βορβοροκοίτης — Βορβοροκοίτης, ο (Α) (όνομα βατράχου στη Βατραχομυομαχία) αυτός που κοιμάται μέσα στη λάσπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < βόρβορος + κοίτης < κοίτη] …   Dictionary of Greek

  • Βορβοροκοίτης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορβοροκοίτην — Βορβοροκοίτης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόρβορος — ο (AM βόρβορος) βρομερή λάσπη, βούρκος μσν. νεοελλ. ηθική ακαθαρσία, διαφθορά αρχ. κόπρανα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ., σχηματισμένη με εκφραστικό αναδιπλασιασμό. Αν υποτεθεί ότι πρόκειται για κληρονομημένη λ., τότε μπορεί να συσχετιστεί με τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.